Παρασκευή, 27 Σεπτεμβρίου 2013

Το παλιό μαντείο στο σπήλαιο «Πύρνα» της Κηφισιάς. Η αρχαία λατρεία των Νυμφών, Μοιρών και Ευμενίδων, (Πολιτεία, Πεντέλη)


Το παρόν κείμενο αποτελεί τμήμα από το «Παράρτημα» του βιβλίου: «Πεντέλη. Ιστορία, Θρύλοι, Μυστήρια», του Βαγγέλη Ζήση (εκδόσεις «Άλλωστε», 2013)



Χαρτογράφηση της σπηλιάς της "Πύρνας", από την Ελληνική
Σπηλαιολογική Εταιρεία

Η σπηλιά βρίσκεται στις δυτικές παρυφές της Πεντέλης στη σημερινή Πολιτεία, κάτω από το δρόμο που οδηγεί στον Άγιο Γεώργιο τον Κοκκιναρά. Το άνοιγμά της δεσπόζει σε υψόμετρο 330 μέτρων στα δυτικά της ρεματιάς του αρχαίου ποταμού της «Πύρνας», δηλαδή του σημερινού «Κοκκιναρά». Το σαθρό πέτρωμα που την αποτελεί είναι η βασικότερη αιτία για τις συχνές αποκολλήσεις τμημάτων της οροφής, ενώ η κατασκευή του ασφαλτόδρομου που περνά ακριβώς πάνω από το θάλαμο της σπηλιάς, ήταν ασφαλώς ένας επιπλέον παράγοντας για τις εν λόγω κατακρημνίσεις. Επιπρόσθετα, το σπήλαιο παρουσιάζει θέαμα εγκατάλειψης και η ρεματιά έχει μετατραπεί σε χώρο εναπόθεσης απορριμμάτων. Η τοξοειδής είσοδός του μοιάζει με μεγάλο στέγαστρο και φράζεται από μια ξερολιθιά, εξ αιτίας της πρόσφατης χρήσης του χώρου ως ποιμνιοστάσιου. Η υπόγεια αίθουσα έχει μήκος 27 μέτρα, ύψος εφτά, και βάθος που κυμαίνεται από τρία έως εφτά μέτρα. Κατά μήκος της ρεματιάς διακρίνονται και άλλα μικρά σπηλαιώδη χάσματα, κάποια από τα οποία φέρουν ίχνη ανθρώπινης επέμβασης, όπως η λείανση των εσωτερικών τοιχωμάτων τους και η ανέγερση χαμηλών τοιχίων με αργούς λίθους στις εισόδους τους. Αυτός ο εξωραϊσμός μαρτυρά μια πρώιμη χρήση τους, από τους ρωμαϊκούς χρόνους και πρωτύτερα, ως τρωγλοδυτικά καταφύγια ή ως φυλάκια-παρατηρητήρια.


Τρωγλοδυτικά καταφύγια κατά μήκος της ρεματιάς. Η μετατροπή
τους σε ασκηταριά είναι μεταγενέστερη

Η πρώτη γνωστή ονομασία για τη σπηλιά ήταν το «Άντρο των Νυμφών», λόγω της μετασκευής της σε χώρο όπου λατρεύονταν οι Κηφισίδες Νύμφες κατά την αρχαιότητα. Στο εσωτερικό της υπήρχε ο περίφημος «Νυμφών» όπου με αποκλειστική συμμετοχή γυναικών τελούνταν μυστικές ιερουργίες, το περιεχόμενο των οποίων παραμένει άγνωστο. Ενδεχομένως, μέρος της λατρείας θα πρέπει να καλυπτόταν με ύμνους προς τις Νύμφες που προσφωνούνταν «Ερατινές», «Δρομάδες», «Χθόνιες» και άλλα προσωνύμια, με τη συνοδεία σπονδών από μέλι, νερό ιερών πηγών, ίσως και τη θυσία μαύρων κριαριών, σύμφωνα με την αρχαιολόγο Χάρης Δεληγεώργη-Αλεξοπούλου. Αλλά και η ευρύτερη γειτονική έκταση θεωρείτο ιερή και λειτουργούσε ως καταφύγιο και άσυλο, όπως η πηγή στην περιοχή του Κεφαλαρίου που ονομαζόταν «Νυμφαία πηγή».
Κατά τον 2ο αιώνα μ.Χ. ο Ηρώδης Τιβέριος Κλαύδιος (Herodes Tiberius Claudius), γνωστότερος ως Ηρώδης ο Αττικός, επέλεξε την περιοχή για καλοκαιρινό θέρετρο και αναζωπύρωσε τη λατρεία στο σπηλαιώδες άντρο, προς τιμή των μυθικών θεοτήτων Ευμενίδων. Το όνομα τους αποτελούσε ευφημισμό των χθόνιων Ερινυών, θεοτήτων της εκδίκησης, ιδιαίτερα για όσους παραβίαζαν τους οικογενειακούς νόμους και προκαλούσαν τόσο τρόμο στους αρχαίους ώστε απέφευγαν ακόμη και την απλή αναφορά σε αυτές. (Στην Αθήνα η λατρεία τους ήταν συνυφασμένη με το θρύλο του Ορέστη, ο οποίος καταδιωκόταν από τις Ερινύες ως μητροκτόνος, μέχρι που τον αθώωσε ο Άρειος Πάγος. Από τότε οι Ερινύες έγιναν Ευμενίδες, πιθανώς ως θεότητες εξιλέωσης. Αποτελεί μάλιστα και το θέμα του τελευταίου μέρους της τριλογίας του Αισχύλου, το 458 π.Χ., «Ορέστεια»). Εκείνη την εποχή ένας δρόμος ξεκινούσε από το μεγάλο πλάτανο της κεντρικής πλατείας της Κηφισιάς, όπου στα τέλη του περασμένου αιώνα βρέθηκαν οι μαρμάρινοι σαρκοφάγοι που διατηρούνται μέχρι και σήμερα μέσα σε μια μεγάλη βιτρίνα, διέσχιζε το ρέμα της Πύρνας, περνούσε μπροστά από τη σπηλιά, και κατέληγε στην τοποθεσία που τον 16ο αιώνα αναγέρθηκε το εκκλησάκι του Αγίου Γεωργίου Κοκκιναρά. Υπολείμματα αυτής της οδού είναι τα ίχνη των αναλημματικών τοίχων που διατηρούνται μέσα στο ρέμα, καθώς και δύο επάλληλα πλατώματα από λιθοδομή στο προαύλιο του άντρου. Κάπου εκεί θα πρέπει να υπήρχαν οι περίφημοι «Νυμφαίοι Κήποι» που σκίαζαν επαρκώς με πλατάνια την είσοδο, ενώ ο Ηρώδης σίγουρα θα είχε φροντίσει για τη διακόσμηση όλης της διαδρομής μέσα από το πυκνό πευκοδάσος, με κρήνες, αγάλματα, και άλλες καλλιτεχνικές δημιουργίες.
Με το πέρασμα των αιώνων, η λατρεία των Ευμενίδων έδωσε τη θέση της σε άλλες θεότητες της ελληνικής μυθολογίας. Διατηρώντας τη σεληνιακή υπόστασή της η σπηλιά αφιερώθηκε στις τρεις Μοίρες, εντός της οποίας προσήρχετο ο απλός λαός για να λάβει τις προφητείες μέσα από όνειρα, οράματα, ή άλλα συμβολικά δρώμενα. Η λαϊκή λατρεία εκδηλώθηκε με προσφορές μικρών άρτων που ψήνονταν σε μικρούς ιδιωτικούς κλίβανους. Κατά μια άποψη, η ονομασία της περιοχής Πύρνα οφείλεται σε αυτούς τους άρτους που προορίζονταν για τις Μοίρες, οι οποίοι αποκαλούνταν λόγω της φωτιάς «πύρινοι», ή κατά συγκοπή «πύρνοι». Φαίνεται ότι σταδιακά, από τη μεσοβυζαντινή περίοδο και έπειτα, η λατρεία των Μοιρών οργανώθηκε με πατριαρχικές δομές και ιερατεία. Κατά τον 19ο αιώνα, οι ιέρειες της παλιάς πίστης είχαν αντικατασταθεί από μάγους που διαδέχονταν ο ένας τον άλλον και κατοικοέδρευαν στο σπήλαιο των Μοιρών. Ως νέοι αντιπρόσωποι των τελευταίων, αποφαίνονταν για τη μελλοντική τύχη των προσερχόμενων στο υπόγειο μαντείο, λαμβάνοντας βέβαια για τις υπηρεσίες τους το σχετικό αντίτιμο.

Η σπηλιά της "Πύρνας" στην Κηφισιά, όπου βρισκόταν το μαντείο

Η ιστόρηση του Δημήτρη Καμπούρογλου είναι μια τρανή απόδειξη σχετικά με τους μάγους που «κληρονόμησαν» το δικαίωμα της χρήσης του άντρου των Μοιρών, δηλαδή το προνόμιο να συνεννοούνται με αυτές και. να αναγγέλλουν τα αποτελέσματα σε όσους τις επικαλούνταν. Ως πιο πρόσφατο μνημονεύει κάποιον Τσαρούχα, ο οποίος σε ιδιάζουσες περιπτώσεις μετέβαινε στην Αθήνα για να συναντήσει κάποιες επιφανείς οικογένειες και να τους διαμηνύσει τις, συχνά μοιραίες, απαντήσεις των Μοιρών της Πύρνας στα ερωτήματα που είχαν υποβληθεί. Κάποτε, μια οικογένεια των Αθηνών ρώτησε για το μέλλον της κόρης της. Ο Τσαρούχας αρχικά δεν ήθελε να τους ανακοινώσει το χρησμό του μαντείου. Ύστερα όμως από θερμή παράκληση, τους είπε ότι η θυγατέρα τους θα αργήσει να παντρευτεί και όταν το πράξει δεν θα ζήσει καλά, δεν θα κάνει παιδί, και έπειτα από τέσσερα χρόνια θα πεθάνει. Τα επερχόμενα γεγονότα επαλήθευσαν τις δυσοίωνες προβλέψεις του μάγου. (1)
Αν και ο Καμπούρογλου δεν ονοματίζει επακριβώς την τοποθεσία διαμονής του μάγου, μπορούμε από τα συμφραζόμενα να συμπεραίνουμε ότι το άντρο του πρέπει να ήταν η φημισμένη σπηλιά των Μοιρών. Η παραπάνω υπόθεση ενισχύεται και από τη μαρτυρία του Άγγλου περιηγητή Christopher Wordsworth, ο οποίος το 1832 επισκέφτηκε το χωριό της Κηφισιάς. Αναφέρει λοιπόν ότι υπήρχε ένα σπήλαιο αφιερωμένο στις Μοίρες όπου κατέφευγαν οι χωρικοί, με σκοπό να μάθουν το πεπρωμένο τους. Μάλιστα παραθέτει και μια μελωδία που τραγουδούσαν για να επικαλεστούν το πνεύμα του τόπου μόλις έμπαιναν στον υπόγειο χώρο. Οι ακόλουθοι αυτής της ιεροτελεστίας πίστευαν ότι η αποκόλληση κάποιου ετοιμόρροπου κομματιού από την οροφή κατά τη διάρκεια της διαμονής τους στο υπόγειο ιερό, ήταν το καλύτερο θεϊκό σημάδι, πως θα εισακουστούν οι προσευχές τους. (2) Μια παραλλαγή αυτού του ιδιότυπου χρησμού λέει ότι όσες νεαρές γυναίκες επιθυμούσαν σφόδρα να ανακαλύψουν το όνομα του μέλλοντα συζύγου τους, προσέτρεχαν κρυφά τη νύχτα στο σπήλαιο για να απευθυνθούν στις Νύμφες. Τότε μια αυστηρή φωνή ακουγόταν από τα σκοτεινά βάθη, αναγγέλλοντας στις τρεμάμενες από το φόβο νεάνιδες το πολυπόθητο όνομα. (3)
Μεταξύ των διασήμων προσωπικοτήτων που γνώρισαν τη μυσταγωγική ατμόσφαιρα του άντρου των Μοιρών ήταν και η, οικεία σε εμάς, Δούκισσα της Πλακεντίας. Το 1843 επισκέφτηκε το χώρο συνοδευόμενη από επίσημους, κατοίκους των Αθηνών και τον Γάλλο Raoul de Malherbe. Ο τελευταίος θα παρατηρήσει ότι το σπήλαιο δεν ήταν πολύ βαθύ και κάτω από αυτό έρεε διαυγές νερό. Το θαυμάσιο τοπίο του ρέματος συμπληρωνόταν από μια ξύλινη γέφυρα που είχε κατασκευάσει προ λίγων ετών ο βασιλιάς Όθωνας, ώστε να μπορεί να γευματίζει κάτω από τη σκιά των πλατάνων. (4)
Σταδιακά η λαϊκή πίστη στις Μοίρες επεκτάθηκε στην ευρύτερη περιοχή της Κηφισιάς, λαμβάνοντας πολύσημες μορφές εκδήλωσης. Μια παράδοση του περασμένου αιώνα θα τις συσχετίσει με την καταστροφή του αρχαίου κοιμητηρίου της Κηφισιάς, που προφανώς αποσκοπούσε στην εκμετάλλευση του ενταύθα οικοπέδου. Κατά την εκσκαφή της εν λόγω έκτασης, τα οστά από τους παλαιούς τάφους διασκορπίστηκαν κακήν-κακώς. Σύμφωνα όμως με τον τοπικό θρύλο, έπειτα από τη σύληση του ιερού χώρου οι Μοίρες που είχαν αναλάβει τη γαλήνη και προστασία των νεκρών, εμφανίζονταν κάθε νύχτα για να θρηνήσουν αλλά και για να καταπτοήσουν με απειλές κάθε διερχόμενο χωρικό. (5) Δεν είναι διόλου τυχαίο το γεγονός ότι η έκταση όπου μεταγενέστερα ανεγέρθηκε η θεωρούμενη ως στοιχειωμένη έπαυλη Καζούλη, συμπίπτει επακριβώς με τη θέση του αφανισμένου αρχαίου νεκροταφείου. Φαίνεται ότι η ανίερη καταστροφή του τελευταίου και το μένος που προκάλεσε στις θεϊκές Μοίρες, μετεξελίχθηκε στις σύγχρονες ιστορίες φαντασμάτων που διαδόθηκαν κατά τις τρεις προηγούμενες δεκαετίες σχετικά με την πολυτελή οικία.
Κλείνοντας, θα ήταν παράληψη να μην αναφερθεί η διαφορετική άποψη του Ν. Παπαδάκη, ο οποίος ισχυρίζεται ότι το  Άντρο των Νυμφών βρίσκεται στην ίδια ρεματιά, αλλά ενάμιση χιλιόμετρο χαμηλότερα και δίπλα στην οδό Ραγκαβή. (6) Το στόμιο της σπηλιάς που μοιάζει με στέγαστρο, καταλαμβάνει εγκάρσια όλο τον πυθμένα του ρέματος της Πύρνας και λόγω της υπερυψωμένης θέσης του δημιουργεί ένα μικρό καταρράκτη δύο-τριών μέτρων. Στο στενόχωρο εσωτερικό της διατηρούνται τα υπολείμματα ενός υδραγωγείου που κατασκευάστηκε στις αρχές του 20ου αιώνα, με στόχο τη διοχέτευση των άλλοτε άφθονων πηγαίων υδάτων της Κηφισιάς στον κεντρικό αγωγό του Αδριάνειου. (7) Στη σημερινή του κατάσταση το υπόγειο τούνελ διακόπτεται μετά από διαδρομή μόλις μερικών δεκάδων μέτρων, λόγω της κατακρήμνισης της ασταθούς οροφής.

Βαγγέλης Ζήσης

Σημειώσεις:
(1) Καμπούρογλου Δημήτριος, «Ιστορία των Αθηναίων», τόμος Α’, σελ. 271-272, εκδοτικός οίκος Παλμός-Αντωνόπουλος, 1995 (1890)
(2) Wordsworth Christopher, «Athens and Attica. Journal of a Residence There», London (1836). Ελληνική έκδοση: Wordsworth Christopher, «Αθήνα-Αττική. Το Ημερολόγιο ενός Οδοιπορικού», σελ. 171-172, εκδόσεις Εκάτη (1999)
(3) -, «Απ’ Αθηνών εις Κηφισιάν», περιοδικό «Εστία», έτος Ι’, τόμος ΙΘ’, τεύχος 490ο, σελ. 352, Αθήνα (19 Μαϊου 1885)
(4) Καμπούρογλου Δημήτριος, «Η Δούκισσα της Πλακεντίας», στο «Μελέται και Έρευναι», σελ. 295, εκδόσεις Εστίας (1925)
(5) Ηλιόπουλος Χρ., «Κηφισιάς. Κηφισιά, Πεντέλη, Νυμφαίον, Πύρνα, Χελιδονού, Ηρώδης ο Αττικός, Μένανδρος, Σεπτόν Ερείπιον», περιοδικό «Τουριστική Ελλάς», έτος 4ο, αριθμός 37ος, σελ. 8, Αθήνα (Νοέμβριος 1933)
(6) Παπαδάκης Ν., περιοδικό «Περιηγητική», τεύχος 47ο, σελ. 24-25, Ελληνική Περιηγητική Λέσχη (Νοέμβριος 1962)
(7) Παππάς Αναστάσιος, «Η Ύδρευσις των Αρχαίων Αθηνών», σελ. 184-186, Ελεύθερη Σκέψις (1999)

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου